Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη και πραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη και πραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2010

Μίλα, έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας


Renee Magritte - The wonders of nature (1953)


Η περιφραστική πέτρα - Κική Δημουλά

Μίλα .
Πες κάτι, οτιδήποτε.
Μόνο μη στέκεις σαν ατσάλινη απουσία.
Διάλεξε έστω κάποια λέξη,
που να σε δένει πιο σφιχτά
με την αοριστία.
Πες:
«άδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».
Πες:
«θα δούμε»,
«αστάθμητο»,
«βάρος».
Υπάρχουν τόσες λέξεις που ονειρεύονται
μια σύντομη, άδετη, ζωή με τη φωνή σου.
Μίλα.
Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Εκεί που τελειώνουμε εμείς
Αρχίζει η θάλασσα.
Πες κάτι.
Πες «κύμα», που δεν στέκεται.
Πες «βάρκα», που βουλιάζει
αν την παραφορτώσεις με προθέσεις.
Πες «στιγμή»,
που φωνάζει βοήθεια ότι πνίγεται,
μην τη σώζεις,
πες,
«δεν άκουσα».
Μίλα.
Οι λέξεις έχουν έχθρες μεταξύ τους,
έχουν τους ανταγωνισμούς:
αν κάποια απ αυτές σε αιχμαλωτίσει,
σ' ελευθερώνει άλλη.
Τράβα μία λέξη απ΄τη νύχτα
στην τύχη.
Ολόκληρη νύχτα στην τύχη.
Μη λες «ολόκληρη»,
πες «ελάχιστη»,
που σ αφήνει να φύγεις.
Ελάχιστη
αίσθηση,
λύπη
ολόκληρη
δική μου.
Ολόκληρη νύχτα.
Μίλα.
Πες «αστέρι», που σβήνει.
Δεν λιγοστεύει η σιωπή με μια λέξη.
Πες «πέτρα»,
που είναι άσπαστη λέξη.
Έτσι, ίσα ίσα
να βάλω έναν τίτλο
σ αυτή τη βόλτα την παραθαλάσσια.

Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

Ντετέκτιβ Σαμ

Βάζοντας το όπλο πίσω στην κωλότσεπη, ο ντετέκτιβ Σαμ είπε:
Μα τις χίλιες μαλακίες, πονάει ο λαιμός μου!
---

Παρασκευή 22 Μαΐου 2009

Απευθείας σύνδεση με το μαύρο

Paul Delvaux, Woman in the mirror, 1936

Πήγα το Σωτήρη για πρώτη φορά στον παιδικό σταθμό χτες.
Κάρφωσα τα μάτια μου στον καθρέφτη όταν γύρισα σπίτι.
Έμεινα εκεί.
Με καρφωμένα τα μάτια στα μάτια μου.
Μέχρι που τα κατάφερα.
Είχα φύγει. Άφησα το είδωλό μου στον καθρέφτη και έφυγα.
Φόρεσα το σορτσάκι μου και έτρεξα στο σπίτι της Άννας.
Είχαμε ραντεβού καταμεσήμερο να πάμε στη θάλασσα.
Η πύρη του μεσημεριού χάιδεψε τα μέλη μου.
Έκλεψα τέσσερα μούσμουλα από τη μουσμουλιά του Κυρ-Γιάννη.
Ουουου τέτοια ώρα δεν θα χαμπάριαζε τίποτα.
Άνοιξα την ξύλινη πόρτα της αυλής της Άννας αθόρυβα και βρέθηκα στο πίσω παράθυρο.
Έτοιμη; Κοιμήθηκαν οι γονείς σου;
Πάρε δύο μούσμουλα. Μόλις τα κοψα.
Ααααα τι λες; Σου ήρθε δεύτερη φορά περίοδος;

Όταν γύρισα πίσω και πήρα το είδωλό μου από τον καθρέφτη είχε γείρει ο ήλιος.
Τα δάκρυα μου ήταν μεγάλα όπως μερικές φορές είναι τα δάκρυα, σαν να μη χωράνε στα μάτια και πονάνε τα βλέφαρα, μεγάλα σαν αμύγδαλα, μουγγά δάκρυα βγαλμένα από την αιφνίδια ένωση με το μαύρο ομφάλιο λώρο του θανάτου.

Τετάρτη 29 Απριλίου 2009

BEIRUT



Ο καθένας έχει μέσα του, ακριβώς κάτω από το στήθος και δίπλα στο στομάχι ένα γλειφιντζούρι. Αλλά δεν το ξέρει.


Το γλειφιντζούρι αυτό είναι γεμάτο χρώματα και εικόνες διαφορετικές για τον καθένα. Όταν κάποιος τυχαίνει να σου μιλήσει για αυτά τα χρώματα ή τις εικόνες το γλειφιντζούρι σου αρχίζει να λιώνει και νιώθεις το γαμημένο ζαχαρόνερο να κατρακυλάει προς τα έντερα.


Εμένα το γλειφιντζούρι μου λιώνει με το Postcards from Italy του Beirut.




Μακάρι να ξερα να το εισάγω σωστά το βιντεάκι.

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2008

Σχόλιο για το σχηματισμό των μαζών

Jackson Pollock, Ocean greyness 1953


Κάποιοι είναι νέοι απλώς
κάποιοι είναι γέροι απλώς
και κάποιοι κάπου ανάμεσα
αυτό μονάχα.

Αν ντύνονταν οι μύγες
και τα κτίρια καίγονταν
με φλόγες χρυσές,
αν οι ουρανοί χόρευαν το χορό
της κοιλιάς,
κι όλες οι ατομικές βόμβες άρχιζαν
να κλαίνε,
κάποιοι θα ήταν νέοι, απλώς
κάποιοι θα ήταν γέροι, απλώς
και οι υπόλοιποι το ίδιο,
οι υπόλοιποι το ίδιο.

Οι διαφορετικοί
απομακρύνθηκαν εγκαίρως
από την αστυνομία, από τις μάνες τους,
από τ΄ αδέλφια τους, από τους άλλους.
από τους ίδιους τους τους εαυτούς.
Βλέπεις μονάχα
ότι έχει απομείνει.
Είναι φοβερό.

Charles Bukowski
Footnote about the construction of the masses 1969


Το post αυτό είναι η ταπεινή συμβολή μου στη σκυταλοδρομία του Christoforus με θέμα ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙΤΕ. Για τη συνέχεια της σκυταλοδρομίας παραδίδω στον

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2007

Ευχαριστώ


Ευχαριστώ

α) Το Θεό (λέμε τώρα), τον εαυτό μου και όλα τα καθίκια που συνεργάστηκα που δεν έχω μόνιμη δουλειά.

β) Την κρίση θρασύτατου τσαμπουκά που επέδειξα και δεν επέστρεψα στο Μπύθουλα (Αθήνα).

γ) Το Θεό (ξαναλέμε τώρα) που γεννήθηκα σε ένα μέρος σαν κι αυτό και που δεν το κάψανε, δεν το χτίσανε, δεν το βιάσανε πάρα πολύ ακόμα.


Και τώρα παρά τις πυρκαγιές, τα ντιμπέϊτς και τη θλίψη που περνάμε για την παρακμή αυτής της χώρας είμαι στον παράδεισο..

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2007

Με τον τρόπο του Σ.Γ.

R. Magritte 1928: The lovers


Χτες βρήκα ένα ημερολόγιό μου παλιό.
Αντιγράφω από κει μια συνάντηση πριν από χρόνια τέτοιες μέρες.
Δυο άνθρωποι που είναι αλλού.
Ο Σ. Γ., ας πούμε ο Στέλιος κι εγώ.
Έ ρε τι έλεγα τότεεεεεε……
------------------------------------------------------------------------------------------------
Πήγαμε βόλτα στο φεγγάρι. Μα καλά είμαι τόσο βλαξ που δεν είχα καταλάβει τίποτα;
Μου λέει σε μια στιγμή:
- Ξέρεις το φεγγάρι είναι τόσο κρύο γιατί το φως του είναι πολωμένο, δεν είναι φυσικό όπως του ήλιου.
- Άσε ρε Στέλιο και εγώ για φυσικός πάω. Πες τα σε κανέναν άλλον να κάνεις εντύπωση.
- Επιτέλους τι θέλεις; Σε πήγα βόλτα, σου τραγούδησα όλους τους Αχαρνείς, τους χόρεψα, σου έπαιξα κιθάρα, σε πήγα στο αγαπημένο μου μέρος. Τι άλλο θέλεις για να καταλάβεις ότι μ΄ αρέσεις;
- (γέλασα) Να μου το πεις από την αρχή.
- Μπορώ να σε φιλήσω;
- Όχι.
- Να σ΄ αγκαλιάσω;
- Όχι.
- Να περάσω το χέρι μου στους ώμους σου;
- Όχι.
- Καλά.
Έπεσε μια θανατερή σιωπή και δεν ήξερα τι να κάνω. Αλλά αυτός είναι μεγάλος και αμείλικτος….
- Τι θέλεις λοιπόν;
- Τι ερώτηση είναι αυτή; Εγώ πρέπει να την κάνω.
- Εννοώ γενικά. Απ΄ τη ζωή σου απ΄ τον κόσμο. Τι θες.
- Τι θέλω. Δεν ξέρω. Όλα.
- Ποια όλα. Εγώ δεν είμαι μέσα σ΄ αυτά;
- Είσαι αλλά μερικά πράγματα τα φοβόμαστε. (πως το είπα αυτό; έτσι μου ρθε.)
- Δηλαδή με θέλεις αλλά με φοβάσαι;
- Κάπως έτσι. (ο ορισμός της αμηχανίας).
- Γιατί με φοβάσαι;
- Γιατί είσαι μεγάλος.
- Σιγά τη διαφορά ηλικίας. Εφτά χρόνια.
- Δεν είναι τα χρόνια είναι οι εμπειρίες. Έχεις γυρίσει τον κόσμο, είσαι όπου γη και πατρίς, είχες πολλές γυναίκες, είσαι πολύ ανεξάρτητος, δε φοβάσαι τίποτα.
- Εγώ δε φοβάμαι τίποτα; (Έσκασε στα γέλια). Οι εμπειρίες είναι μια μαλακία. Εγώ είμαι ο πιο φοβισμένος άνθρωπος στον κόσμο.
- Σιγά. Οι φοβισμένοι κρύβονται, δε μιλάνε και δεν κάνουν τίποτα. Εγώ ας πούμε είμαι πολύ συχνά φοβισμένη.
(Και τότε ξέφυγε τελείως ο άνθρωπος, ούτε ξέρω πως του ήρθε αυτό που είπε)
- Εσύ δε φοβάσαι τη μοναξιά. Έχεις γερές ρίζες. Εγώ τρέμω να μείνω μόνος μου. Θέλω συνέχεια κάποιον να με σώσει απ΄ αυτό.
(Δεν ήξερα τι να κάνω πάλι. Αλλά η κατάσταση χειροτέρεψε).
- Θα με σώσεις;
- Εγώ; Τι λες; Εντάξει δεν τη φοβάμαι τη μοναξιά. Εσύ τη φοβάσαι. Να κάνουμε παρέα. Αλλά δεν είμαι σωτήρας. Εγώ φοβάμαι.
(πω πω ρε πούστη μου ο φόβος του φόβου το φόβο το ξεφτιλίσαμε….).
- Βλέπεις; Εσύ λες φοβάμαι και κοιτάς το φόβο σου στα μάτια…
- Ο φόβος είναι ένα ψεύτικο πράγμα. Δεν υπάρχει. Τον ανέχεται κανείς μέχρι να καταλάβει τι συμβαίνει ή μέχρι να τελειώσει αυτό που φέρνει το φόβο.
- Σ΄ έχω πιο πολύ ανάγκη από ότι νομίζω. (αχ τι ωραία που είναι να μου λέει τέτοια, παρ΄ όλο που είναι ασφυκτικός!)
- Έλα, υπερβολές.
- Αφού διαβάζεις μέσα μου, δεν μπορεί να μην βλέπεις ότι λέω αλήθεια. (ωχ Χριστούλη μου τι λέει αυτός ο άνθρωπος;)
(Και έπεσε μια σιωπή πάλι, που δεν τη συμμάζεψε κανείς. Εγώ αγχώθηκα, το χτυποκάρδι μου είχε ακουστεί ως τα Κουφονήσια κι έτσι πέταξα τελικά μια βλακεία…)
- Εγώ θέλω κάποιον να με ερωτευτεί όχι να κρεμαστεί πάνω μου για να σωθεί.
- Ποιος είπε ότι δεν είμαι ερωτευμένος; Τρελά;
- Ναι καλά. Αύριο θα το ’χεις ξεχάσει.
- Μπα όπου και αν πάω η Credit με πληγώνει. (α θα μας τρελλάνει).
- Εεεεεε τι θα γίνει με το μελό; Αυτός είναι ο τρόπος του Σ.Γ. για να την πέφτει στα κορίτσια;
(το τι γέλιο έπεσε δεν περιγράφεται. Με φίλησε στο μάγουλο γελώντας).
Γυρίσαμε πίσω. Εγώ σώπαινα αυτός σιγοτραγουδούσε αυτό που λέει «Μια αμαξα μες στη βροχή, βάστα αμαξά μη μου βραχεί, το κορίτσι που ναι μέσα όμορφο σαν πριγκηπέσσα…»

------------------------------------------------------------------------------------------
Για πολλά χρόνια, η ιστορία αυτή επαναλαμβάνεται κάθε Αύγουστο στο ημερολόγιο μου.
Για 10 χρόνια περίπου.
Εγώ μεγάλωνα, ο Στέλιος ήταν πάντα μεγάλος.
Το ίδιο σκηνικό. «Τι θα γίνει θα με σώσεις;» τη μια χρονιά. «Παντρέψου με» την άλλη. «Μήπως σταμάτησες να με φοβάσαι;» την άλλη.

Μετά από 5 επιπλέον χρόνια τον είδα χτες.
Έχει χάσει πολλά μαλλιά και έχει αναλάβει ένα έργο πολλών εκατομμυρίων.
Έχει παντρευτεί, χωρίσει και ξαναπαντρευτεί.
Σκόρπιος όσο ποτέ.
Και φοβισμένος μέχρι τον πάτο της καρδιάς του.
Ρίξαμε κάτι τρελούς χορούς στο γλέντι για τα βαφτίσια που μας είχανε καλέσει.
Του είπα ότι ποτέ δεν έπαψα να τον θαυμάζω αλλά δεν τον φοβάμαι πια. Τώρα φοβάμαι άλλα πράματα.
Είναι ένας από τους ανθρώπους που με έκαναν να γίνω φυσικός (όχι να σπουδάσω φυσική – να γίνω φυσικός) και να μιλάω μελό.
Φιλί μεγάλο στον Σ.Γ. και στον τρόπο του να την πέφτει στα κορίτσια.
Άιντε, τον ξεφτιλίσαμε το Σεφέρη αααααα.

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2007

Εγώ και το blog μου

Shateau des Perenees - Rene Magritte
Γιατί γράφω σ΄ αυτό το blog;
Έλα μου ντε;
Θα μπορούσα να κρατάω ημερολόγιο όπως έκανα παλιότερα.
Υποτίθεται ότι στο διαδίκτυο σε διαβάζει κόσμος.
Αυτή είναι η διαφορά.
Αλλά σάμπως με διαβάζει και κανείς;
Ελάχιστοι.
Το θέμα είναι ότι δεν με πολυνοιάζει κιόλας.
Είναι πολύ συγκηνιτικό όταν με διαβάζει κάποιος αλλά τώρα που το σκέφτομαι ο βαθύτερος στόχος μου δεν είναι αυτός.
Ο στόχος είναι να φύγει από μέσα μου αυτό που συνήθως κουβαλάω όταν αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω.

Δεν μπορώ να γράφω οτιδήποτε και συχνά.
Το γράψιμο δεν είναι δουλειά της πλάκας.
Αν το γράψιμο ήταν δουλειά της πλάκας θα άλλαζα δουλειά.
Όπως λέει ο Μπουκόφσκι (ή τέλος πάντων κάπως έτσι λέει ο Μπουκόφσκι).


Μόλις το γράψω το κατιτίς είναι σαν να μου φεύγει το συναίσθημα και το παίρνει άλλος και εγώ μένω ελαφριά.
Ψυχοθεραπεία τσάμπα δηλαδή.
Της πλάκας ψυχοθεραπεία.
Άμα δεν έχεις κάποιον να σε γειώνει μάλλον περί παρηγοριάς πρόκειται.
Για να μην πω ότι μπορεί να πρόκειται και για αυνανισμό.



Όταν τελειώσει αυτός ο ογκόλιθος δουλειάς που με τρέχει πάνω κάτω θα σταματήσω να κάνω τόσο μα τόσο τετραγωνισμένες σκέψεις.
Οι καμπύλες στη σκέψη, η απουσία περιγράμματος και η ανάπτυξη διαστάσεων πέρα από τις γνωστές τέσσερεις είναι - γαμώ την τρέλλα μου- το άλφα και το ωμέγα της ψυχικής ανάτασης.

Σταματάω εδώ γιατί αν συνεχίσω θα βάλω σε ευκλείδεια γεωμετρία τη φλόγα που καίει μέσα μου και μετά θα ξεράσω από ανία και αηδία για τον τέλεια καλοκουρδισμένο εγκέφαλό μου που έμαθε -γαμώ την τρέλλα μου- μάλλον εκ γενετής να δουλεύει με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού αλλά σε ρυθμό παράκρουσης.



Τον ογκόλιθό μου μέσα.

Σάββατο 2 Ιουνίου 2007

Η μηχανή κελαϊδίσματος

Μηχανή κελαϊδίσματος (Paul Klee 1922)



Θα μπορούσα να φτιάξω μια ιστορία πάνω στη μηχανή κελαϊδίσματος του Κλέε, αλλά δεν μπορώ.
Είναι τόσο σημαδιακή και ταυτόχρονα αποκαρδιωτική η ιδέα του, που μένω σκεπτική.
Το ’ασχημο είναι ότι πολλά στη ζωή μας έχουν γίνει σαν τη μηχανή κελαϊδίσματος.
τα σπίτια που ζούμε, η επικοινωνία με τα κινητά, το φαγητό που τρώμε, ο "ελεύθερος χρόνος" μας, τα μικροσπρόθεσμα όνειρά μας και τρομάζω να το σκεφτώ, τα μακροπρόθεσμα όνειρά μας.
Μου θυμίζει λίγο αυτό το στίχο που λέει: "κι αν τα ρουθούνια μου μείνουν μισά, κανένα πρόβλημα θα βάλω χρυσά".
Αλλά το πιο αποκαρδιωτικό είναι ότι δεν μπορείς να αντισταθείς εύκολα.
Τα πράγματα αλλάζουν αργά, υπόγεια, σαν το κύμα στο βράχο, αλλοιώνονται οι ανάγκες μας και μας φοριούνται τεχνητές.
Πολλές φορές μου διαφεύγει η καθαρή εικόνα και παρασύρομαι.
Ο εχθρός δεν έχει πια πρόσωπο, όπως ο Χίτλερ, ο καπιταλισμός, ο ρατσισμός.
Είναι σκόρπιος μέσα σε κάθε καθημερινή κίνηση και επαφή.
Και συχνά είναι κανείς πολύ κουρασμένος για να αντισταθεί.
Σαν γλυκός ύπνος έρχεται η αφομοίωση.

Τρίτη 22 Μαΐου 2007

Ο Αλή Μπεμπά και οι σαράντα χέστες


Μια φορά και έναν καιρό ήταν ο Αλή Μπεμπά, ο πιο γκαγκάν μπέμπουρας των Βαλκανίων. Ο Αλή Μπεμπά ήταν πολύ τσαμπουκαλεμένος μπέμπουρας αλλά επειδή είχε ένα χαμογελάκι γλυκό σαν σιροπάκι τους έριχνε όλους και τους έκανε ότι ήθελε.

Όμως ο Αλή Μπεμπά είχε ένα πολύ μεγάλο ελάττωμα. Έχεζε πολύ. Συχνά και πολύ. Το σιχτίρισμα της οικογένειάς του ήταν στερεοφωνικό και αέναο. Του γκρίνιαζαν συνεχώς. Ωωωωωχ πάλι έκανες κακάκια βρε τζαναμπέτη, πάλι βρώμησες την κοινωνία βρε φισφιρή, αμάν πια θα πεθάνουμε απ΄ τη μπόχα....

Ο Αλή Μπεμπά σημειωτέον, ΕΝΑ πράγμα δεν αντέχει: τη γκρίνια.

Δι΄ό και μια μέρα δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει και πάει στο μεγάλο Βεζύλη της Μπεμπηίας (συνορεύει ανατολικώς με την Πομπηία, δυτικώς με την Μαμηία και νοτίως με τη Μαλακία, αμάν το παράκανα πια).


---Μεγάλε Βεζύρη του λέει,δεν ημπορώ άλλο. Δεν αντέχω. Με έχουνε πρήξει τα ραμόλια. ΄Το δικαίωμά μου στο χέσιμο είναι ΑΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΟ. Τι να κάνω;


Ο Μεγάλος Βεζύρης, ο οποίος ήταν και ο σοφότερος σοφός της χώρας, έξυσε λίγο το κεφάλι του και σκέφτηκε τον καλύτερο τρόπο για να ξεφορτωθεί τον Αλή Μπεμπά.


---Σου ύπόσχομαι,του είπε, ότι αν καταφέρεις να σηκώσεις τον μεγάλο άσπρο ολίφαντα από τον τάφο του Προφήτη όπου έχει σωριαστεί με σπασμένα πόδια, θα κατακτήσεις 100 χρυσά φλουριά και το μεγάλο Βεζυρικό "δικαίωμα του αειχέστου".


Τρελλάθηκε ο μπεμπά. Να χέζει στον αιώνα τον άπαντα χωρίς γκρίνια...Τι όνειρο κι αυτό...Παίρνει δρόμο λοιπόν και βρίσκει ένα τελάλη.


---Εεεε του λέει, θέλω να γυρίσεις όλη την πόλη και να διαλαλήσεις ότι όποιος μπέμπουρας καταπιέζεται από τα ραμόλια του κατεστημένου, τους ανήχεστους και τους χεζαγνοούντες, μπορεί να ρθει το βράδυ στις εφτά στον τάφο του Προφήτη.


Εκατό μπέμπουρες βρεθήκανε στην ιερή πλατεία στις εφτά. Μεγάλοι χέστες όλοι. Αστέρια της χεστικής και μαίτρ της κλανοπόρδησης.

Ο Αλή Μπεμπά δίνει οδηγίες στους εργάτες που προσπαθούσαν με διάφορους ηλίθιους τρόπους να μετακινήσουν τον ολίφαντα από τον τάφο του Προφήτη, να μεταφέρουν λίγο παραπέρα το τεράστι ταψί που προσπαθούσαν να περάσουν κάτω από τα πόδια του ολίφαντα για να τον σηκώσουν. Ο καημένος ο ολίφαντας έκλαιγε από τον πόνο και την απελπισία. Λίγο είναι να σαι τόοοοοοοσο βαρύς και να βρεις να πέσεις με σπασμένα πόδια πάνω στον τάφο του προφήτη;

Μετά από 5 ώρες, με τις οδηγίες του Αλή Μπεμπά, που μην ξεχνάμε ότι ήταν ο πιο γκαγκάν μπέμπουρας των Βαλκανίων, ο ολίφαντας ήταν στη μια μεριά μιας τραμπάλας. Είχε ένα πολύ πλατύ δοκάρι από το άσπαστο μέταλλο τριφάχ από κάτω του και στο σημείο στήριξης της τραμπάλας, ήταν η πέτρα του Προφήτη. Στο άλλο κάθισμα της τραμπάλας κάθονταν αραχτοί και λάιτ οι εκατό χεστομπέμπουρες.


Και άρχισαν ένα χεσίδι...και περάσανε μέρες πολλές μέσα σε λίγη ώρα...


Και χέζανε και χέζανε...και πολύς αχός ακούγονταν πολλά τουφέκια πέφταν.

Ο μπέμπουρες κάναν πόλεμο με την αναπνοή μας...


Και για να μην τα πολυλογούμε...σε χρόνο μαγικό, οι μπεμπήδες φτάσανε το βάρος των τόνων του ολίφαντα και έγειρε η πλάστιγγα και σηκώθηκε ο δόλιος ο ζωάκης.


Κάθε μπέμπουρας πήρε ένα χρυσό φλουρί.

Κι ο μεγάλος γκαγκάν πήγε σπίτι του με το χαρτί του μεγάλου προνομίου του αειχέστου, άραξε στην αλλαξιέρα που τανε και ψηλά και υμνεί τη ζωή αλυπήτως με χεζοκατανύξεις νυχθημερόν έκτοτε...


Στο Σωτήρη και στη χαρά που μας δίνει

Δευτέρα 9 Απριλίου 2007

Τι κι αν είμαι απ΄ τη Λιβύη εργατάκι και φτωχό...


Garcon a la pipe-Pablo Picasso (1881-1973)


Έτσι καθόταν κι εκείνη…στην ίδια θέση που κάθομαι εγώ τώρα.
Κάτω από τα ζωγραφισμένα λουλούδια με το τριανταφυλλένιο στεφάνι στα μαλλιά…
Με το κόκκινό της φόρεμα.
Είχε μόλις βγει το πιο όμορφο κορίτσι στη γειτονιά.
Μόλις πριν από μερικές ώρες.
Η Μαρίνα.

Είμαι 11 χρονών από τη Συρία.
Εκεί δεν έχουμε ξανθά κορίτσια.
Τα γαλανά μάτια είναι σπάνια.

Κάθε απόγεμα στις έξι πάει στο κολυμβητήριο Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή και στα Αγγλικά Τρίτη και Πέμπτη.
Απέναντι στο σπίτι της, δίπλα στο καθαριστήριο έχει μια πολυκατοικία με τρία σκαλάκια.
Από κει τη βλέπω κάθε βράδυ να φεύγει.
Πάει στο έβδομο. Εγώ στο πέμπτο.
Ρώτησα τον πατέρα μου αλλά δεν μπορώ να αλλάξω σχολείο.
Είμαι εδώ από 3 χρονών.
Μιλάω ελληνικά σαν Έλληνας και λέω ψέματα ότι με λένε Κώστα.
Ο πατέρας μου όμως όχι.
Ντρέπομαι να πηγαίνω στα μαγαζιά μαζί του.
Χτυπάει τα ρο σαν να μιλάει Αραβικά.
Όλοι τον καταλαβαίνουν πως είναι ξένος.

Χτες της είπα γειά σου…
Γιεεεεεεεεεεεεεεε της είπα γειά σου και μου είπε κι αυτή.
Δε λέω στον Μεζντά που πάω κάθε απόγεμα γιατί θα με δουλεύει ψιλό γαζί…
Αύριο θα έρθω πάλι εδώ.
Χωρίς το πιπάκι του παππού μου όμως…
Μπορεί να με δει ο πατέρας της και να πει ότι καπνίζω και να της πει να μη μου μιλάει…
Σε πάω ένα στοιχηματάκι ότι θα βγω μαζί της σε ένα μήνα.
Φτάνει να μη με καρφώσει κανείς ότι είμαι Σύριος..

Δευτέρα 2 Απριλίου 2007

Destiny

Destiny - John William Waterhouse (1849-1917)

Ήταν κάποτε η Έλινορ.
Λυγερή κορμοστασιά.
Και τα μαλλιά της, ξέπλεκα, έφταναν μέχρι τους γοφούς.
Η μάνα της Δανέζα πριγκήπισα.
Πατέρας της ο άρχιδούκας της Πάδουας.

Στην είσοδο της αριστερής κοιλίας της καρδιάς της ήταν γραμμένο ανεξίτηλα το όνομα του αγαπημένου της: Ζαν Ακαζού.
Το γνώρισε σε μια βραδιά ποίησης στο αρχοντικό του Δόγη Τονιόλο.
Τη μάγεψε με τα έξυπνα λόγια του και το λαμπερό του πνεύμα.
Τη μάγεψε με τα φιλιά του.
Έδωσαν όρκους αγάπης.
Ο έρωτας έκαιγε μέσα τους σαν ήλιος καλοκαιρινός.

Όμως...
Όταν ήρθε ο Μεγάλος Πόλεμος, ο Ζαν Ακαζού έφυγε.
Δεν ήξερε από όπλα και μάχη.
Στα λόγια μόνο ήταν δυνατός.
Ήταν ένας ψάρακας.
Το ΄σκασε στην Αφρική με ένα καράβι με χρυσά πανιά.

Η Έλινορ απ΄το παράθυρο του πύργου κοίταζε το καράβι που έφευγε.
Άδειασε το μπουκάλι με το διάφανο υγρό στη μπλε κούπα.
Το ήπιε λέγοντας το στερνό αντίο.
Με το υγρό της λησμονιάς ξεχνάς τα πάντα στη στιγμή και συνεχίζεις με χαμόγελο.
Η Έλινορ δε δίστασε πολύ.
Άλλωστε...
η μεγάλη μάγισσα μόνο σ΄αυτούς που παίρνουν αποφάσεις γρήγορα αφήνει να το πιούν.
Και τώρα η απόφαση ήταν εύκολη:
"Ο έρως ψάρια δεν κοιτά".