Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2007

Με τον τρόπο του Σ.Γ.

R. Magritte 1928: The lovers


Χτες βρήκα ένα ημερολόγιό μου παλιό.
Αντιγράφω από κει μια συνάντηση πριν από χρόνια τέτοιες μέρες.
Δυο άνθρωποι που είναι αλλού.
Ο Σ. Γ., ας πούμε ο Στέλιος κι εγώ.
Έ ρε τι έλεγα τότεεεεεε……
------------------------------------------------------------------------------------------------
Πήγαμε βόλτα στο φεγγάρι. Μα καλά είμαι τόσο βλαξ που δεν είχα καταλάβει τίποτα;
Μου λέει σε μια στιγμή:
- Ξέρεις το φεγγάρι είναι τόσο κρύο γιατί το φως του είναι πολωμένο, δεν είναι φυσικό όπως του ήλιου.
- Άσε ρε Στέλιο και εγώ για φυσικός πάω. Πες τα σε κανέναν άλλον να κάνεις εντύπωση.
- Επιτέλους τι θέλεις; Σε πήγα βόλτα, σου τραγούδησα όλους τους Αχαρνείς, τους χόρεψα, σου έπαιξα κιθάρα, σε πήγα στο αγαπημένο μου μέρος. Τι άλλο θέλεις για να καταλάβεις ότι μ΄ αρέσεις;
- (γέλασα) Να μου το πεις από την αρχή.
- Μπορώ να σε φιλήσω;
- Όχι.
- Να σ΄ αγκαλιάσω;
- Όχι.
- Να περάσω το χέρι μου στους ώμους σου;
- Όχι.
- Καλά.
Έπεσε μια θανατερή σιωπή και δεν ήξερα τι να κάνω. Αλλά αυτός είναι μεγάλος και αμείλικτος….
- Τι θέλεις λοιπόν;
- Τι ερώτηση είναι αυτή; Εγώ πρέπει να την κάνω.
- Εννοώ γενικά. Απ΄ τη ζωή σου απ΄ τον κόσμο. Τι θες.
- Τι θέλω. Δεν ξέρω. Όλα.
- Ποια όλα. Εγώ δεν είμαι μέσα σ΄ αυτά;
- Είσαι αλλά μερικά πράγματα τα φοβόμαστε. (πως το είπα αυτό; έτσι μου ρθε.)
- Δηλαδή με θέλεις αλλά με φοβάσαι;
- Κάπως έτσι. (ο ορισμός της αμηχανίας).
- Γιατί με φοβάσαι;
- Γιατί είσαι μεγάλος.
- Σιγά τη διαφορά ηλικίας. Εφτά χρόνια.
- Δεν είναι τα χρόνια είναι οι εμπειρίες. Έχεις γυρίσει τον κόσμο, είσαι όπου γη και πατρίς, είχες πολλές γυναίκες, είσαι πολύ ανεξάρτητος, δε φοβάσαι τίποτα.
- Εγώ δε φοβάμαι τίποτα; (Έσκασε στα γέλια). Οι εμπειρίες είναι μια μαλακία. Εγώ είμαι ο πιο φοβισμένος άνθρωπος στον κόσμο.
- Σιγά. Οι φοβισμένοι κρύβονται, δε μιλάνε και δεν κάνουν τίποτα. Εγώ ας πούμε είμαι πολύ συχνά φοβισμένη.
(Και τότε ξέφυγε τελείως ο άνθρωπος, ούτε ξέρω πως του ήρθε αυτό που είπε)
- Εσύ δε φοβάσαι τη μοναξιά. Έχεις γερές ρίζες. Εγώ τρέμω να μείνω μόνος μου. Θέλω συνέχεια κάποιον να με σώσει απ΄ αυτό.
(Δεν ήξερα τι να κάνω πάλι. Αλλά η κατάσταση χειροτέρεψε).
- Θα με σώσεις;
- Εγώ; Τι λες; Εντάξει δεν τη φοβάμαι τη μοναξιά. Εσύ τη φοβάσαι. Να κάνουμε παρέα. Αλλά δεν είμαι σωτήρας. Εγώ φοβάμαι.
(πω πω ρε πούστη μου ο φόβος του φόβου το φόβο το ξεφτιλίσαμε….).
- Βλέπεις; Εσύ λες φοβάμαι και κοιτάς το φόβο σου στα μάτια…
- Ο φόβος είναι ένα ψεύτικο πράγμα. Δεν υπάρχει. Τον ανέχεται κανείς μέχρι να καταλάβει τι συμβαίνει ή μέχρι να τελειώσει αυτό που φέρνει το φόβο.
- Σ΄ έχω πιο πολύ ανάγκη από ότι νομίζω. (αχ τι ωραία που είναι να μου λέει τέτοια, παρ΄ όλο που είναι ασφυκτικός!)
- Έλα, υπερβολές.
- Αφού διαβάζεις μέσα μου, δεν μπορεί να μην βλέπεις ότι λέω αλήθεια. (ωχ Χριστούλη μου τι λέει αυτός ο άνθρωπος;)
(Και έπεσε μια σιωπή πάλι, που δεν τη συμμάζεψε κανείς. Εγώ αγχώθηκα, το χτυποκάρδι μου είχε ακουστεί ως τα Κουφονήσια κι έτσι πέταξα τελικά μια βλακεία…)
- Εγώ θέλω κάποιον να με ερωτευτεί όχι να κρεμαστεί πάνω μου για να σωθεί.
- Ποιος είπε ότι δεν είμαι ερωτευμένος; Τρελά;
- Ναι καλά. Αύριο θα το ’χεις ξεχάσει.
- Μπα όπου και αν πάω η Credit με πληγώνει. (α θα μας τρελλάνει).
- Εεεεεε τι θα γίνει με το μελό; Αυτός είναι ο τρόπος του Σ.Γ. για να την πέφτει στα κορίτσια;
(το τι γέλιο έπεσε δεν περιγράφεται. Με φίλησε στο μάγουλο γελώντας).
Γυρίσαμε πίσω. Εγώ σώπαινα αυτός σιγοτραγουδούσε αυτό που λέει «Μια αμαξα μες στη βροχή, βάστα αμαξά μη μου βραχεί, το κορίτσι που ναι μέσα όμορφο σαν πριγκηπέσσα…»

------------------------------------------------------------------------------------------
Για πολλά χρόνια, η ιστορία αυτή επαναλαμβάνεται κάθε Αύγουστο στο ημερολόγιο μου.
Για 10 χρόνια περίπου.
Εγώ μεγάλωνα, ο Στέλιος ήταν πάντα μεγάλος.
Το ίδιο σκηνικό. «Τι θα γίνει θα με σώσεις;» τη μια χρονιά. «Παντρέψου με» την άλλη. «Μήπως σταμάτησες να με φοβάσαι;» την άλλη.

Μετά από 5 επιπλέον χρόνια τον είδα χτες.
Έχει χάσει πολλά μαλλιά και έχει αναλάβει ένα έργο πολλών εκατομμυρίων.
Έχει παντρευτεί, χωρίσει και ξαναπαντρευτεί.
Σκόρπιος όσο ποτέ.
Και φοβισμένος μέχρι τον πάτο της καρδιάς του.
Ρίξαμε κάτι τρελούς χορούς στο γλέντι για τα βαφτίσια που μας είχανε καλέσει.
Του είπα ότι ποτέ δεν έπαψα να τον θαυμάζω αλλά δεν τον φοβάμαι πια. Τώρα φοβάμαι άλλα πράματα.
Είναι ένας από τους ανθρώπους που με έκαναν να γίνω φυσικός (όχι να σπουδάσω φυσική – να γίνω φυσικός) και να μιλάω μελό.
Φιλί μεγάλο στον Σ.Γ. και στον τρόπο του να την πέφτει στα κορίτσια.
Άιντε, τον ξεφτιλίσαμε το Σεφέρη αααααα.

4 σχόλια:

Christophorus είπε...

Έχουν μια γλύκα, όμως, αυτές οι στιγμές αμηχανίας στο φλερτ -τουλάχιστον όταν τιςθυμάσαι, χρόνια μετά... Πολύ ανθρώπινες.

Credit είπε...

Έτσι είναι Φούαρχε. Είναι γλυκιά η αμηχανία του φλερτ.
Εμένα αυτό που με εντυπωσίασε πάντως - γιατί δεν τα θυμόμουνα όλα αυτά - ήταν οι βαριές κουβέντες. Σωσίματα, φόβοι, γείωση. Νεανική ορμή...

Pan είπε...

Πέρασα.
Δυστυχώς χρόνος ανύπαρκτος, συνεπώς θα το διαβάσω αργότερα.

Credit είπε...

Αχ βρε Pan όταν συνέλθουμε από το σοκ με τις φωτιές θα σου γράψω μια ιστορία.