Πέμπτη, 19 Απριλίου 2007

Το μπέρδεμα

Carte Blanche - Rene Magritte (1898-1967)

Πόσο
μα ΠΟΣΟ
δύσκολο είναι
να βλέπεις τους ανθρώπους
σαν ανθρώπους
και ΟΧΙ
σαν αντικείμενα
που θα ικανοποιήσουν
τις ανάγκες σου.
Και να σκεφτεί κανείς
οτι
όταν σου το κάνουν οι άλλοι
πληγώνει ΑΒΑΣΤΑΧΤΑ...

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2007

Τι κι αν είμαι απ΄ τη Λιβύη εργατάκι και φτωχό...


Garcon a la pipe-Pablo Picasso (1881-1973)


Έτσι καθόταν κι εκείνη…στην ίδια θέση που κάθομαι εγώ τώρα.
Κάτω από τα ζωγραφισμένα λουλούδια με το τριανταφυλλένιο στεφάνι στα μαλλιά…
Με το κόκκινό της φόρεμα.
Είχε μόλις βγει το πιο όμορφο κορίτσι στη γειτονιά.
Μόλις πριν από μερικές ώρες.
Η Μαρίνα.

Είμαι 11 χρονών από τη Συρία.
Εκεί δεν έχουμε ξανθά κορίτσια.
Τα γαλανά μάτια είναι σπάνια.

Κάθε απόγεμα στις έξι πάει στο κολυμβητήριο Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή και στα Αγγλικά Τρίτη και Πέμπτη.
Απέναντι στο σπίτι της, δίπλα στο καθαριστήριο έχει μια πολυκατοικία με τρία σκαλάκια.
Από κει τη βλέπω κάθε βράδυ να φεύγει.
Πάει στο έβδομο. Εγώ στο πέμπτο.
Ρώτησα τον πατέρα μου αλλά δεν μπορώ να αλλάξω σχολείο.
Είμαι εδώ από 3 χρονών.
Μιλάω ελληνικά σαν Έλληνας και λέω ψέματα ότι με λένε Κώστα.
Ο πατέρας μου όμως όχι.
Ντρέπομαι να πηγαίνω στα μαγαζιά μαζί του.
Χτυπάει τα ρο σαν να μιλάει Αραβικά.
Όλοι τον καταλαβαίνουν πως είναι ξένος.

Χτες της είπα γειά σου…
Γιεεεεεεεεεεεεεεε της είπα γειά σου και μου είπε κι αυτή.
Δε λέω στον Μεζντά που πάω κάθε απόγεμα γιατί θα με δουλεύει ψιλό γαζί…
Αύριο θα έρθω πάλι εδώ.
Χωρίς το πιπάκι του παππού μου όμως…
Μπορεί να με δει ο πατέρας της και να πει ότι καπνίζω και να της πει να μη μου μιλάει…
Σε πάω ένα στοιχηματάκι ότι θα βγω μαζί της σε ένα μήνα.
Φτάνει να μη με καρφώσει κανείς ότι είμαι Σύριος..

Κυριακή, 8 Απριλίου 2007

Αχ ρε σκύλα μάνα

Η μάνα μου είναι μια μέγαιρα.
Με όλη τη σημασία της λέξης.
Λυπάμαι πολύ γι΄ αυτό.
Χύνει χολή για λόγους που δεν καταλαβαίνω.
Προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποδείξει ότι ο άντρας μου είναι σκάρτος.
Όχι λέει...., δε΄λέει κακά πράγματα γι΄ αυτόν, απλώς με αγαπάει όσο τίποτα στον κόσμο και προσπαθεί να καταλάβει αν περνάω καλά με αυτόν τον άντρα.
Γιατί αυτή ξέρει. Είναι αδύνατο να περνάω καλά μαζί του.
Αφού αυτός είναι έτσι κι έτσι κι έτσι...
Αλλά ο πατέρας μου λέει..., ισχυρίζεται ότι είμαι τόσο τυφλά ερωτευμένη με αυτόν τον άντρα που δεν βλέπω ότι δεν περνάω καλά μαζί του.
Λυπάμαι...
Δεν ακούει ούτε όταν της λέω ότι αυτά που λέει δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα, ούτε ότι αυτή η κακία και η χολή με την οποία μιλάει για αυτόν με πικραίνουν...
Δεν ελπίζω πιά να συννενοηθώ με τη μάνα μου αλλά ούτε και να τη θεραπεύσω (ουάου ρε Σωτήρα!!!).
Κάθε φορά που πέφτω σε τοίχο με έναν άνθρωπο,
κάθε φορά που γίνεται σαφές το σημείο μέχρι το οποίο μπορώ να συννενοηθώ μαζί του λυπάμαι. Λυπάμαι που πρέπει να συνεχίσω χωρίς αυτόν.
Πόσο μάλλον όταν αυτός ο άνθρωπος είναι η μάνα μου.
Που την αγαπώ τόσο και μ΄ έχει καθορίσει τόσο.
Και που έφτυσα τόσο άιμα για να τη βγάλω από μέσα μου (χα χα λέμε και καμιά μαλακία πότε πότε...).
Άντε ρε σκύλα μάνα στο καλό...
Εγώ σ΄ αγαπώ έτσι κι αλλιώς για πάντα...

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2007

Θολούρα καπετάνιοοοοο...

La Marquise Casati - Man Ray (1890-1976)

όλα είναι τόσο τρομαγμένα
μα τ΄ αγαπάω ο φτωχός
δος μου τα λόγια επιτέλους
να μην είμαι μοναχός
Διονύσης Σαββόπουλος

Πού πάει η αγάπη όταν πεθάνει;

Άνοιξη και Φθινόπωρο - Alphonse Mucha (1860-1939)

Πού πάει η αγάπη όταν πεθάνει; (Οέο;)
Μήπως εκεί που πάει και η ομορφιά;
Δηλαδή πού;
Στα αζήτητα;

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2007

Γαμώ την ψυχανάλυσή μου














Αφού έτσι κι αλλιώς
λόγω κατασκευής του ανθρώπινου είδους
από την αρχή
το Μόνο που μας ενδιαφέρει
είναι η Πάρτη μας.

Γιατί μας φορτώνουνε με ένα σωρό ενοχές
και ηθικές
και δεν ξέρω γω τι
και τρώμε τη μισή ζωή (έως και όλη μπορώ να πω)
μόνο και μόνο για να καταφέρουμε
να παραδεχτούμε ότι
το Μόνο που μας ενδιαφέρει
είναι η πάρτη μας;

Γαμώ την Ψ μου μέσα ναι...
Σκάβεις σκάβεις ίσα για να ανακαλύψεις τα προφανή....

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2007

Destiny

Destiny - John William Waterhouse (1849-1917)

Ήταν κάποτε η Έλινορ.
Λυγερή κορμοστασιά.
Και τα μαλλιά της, ξέπλεκα, έφταναν μέχρι τους γοφούς.
Η μάνα της Δανέζα πριγκήπισα.
Πατέρας της ο άρχιδούκας της Πάδουας.

Στην είσοδο της αριστερής κοιλίας της καρδιάς της ήταν γραμμένο ανεξίτηλα το όνομα του αγαπημένου της: Ζαν Ακαζού.
Το γνώρισε σε μια βραδιά ποίησης στο αρχοντικό του Δόγη Τονιόλο.
Τη μάγεψε με τα έξυπνα λόγια του και το λαμπερό του πνεύμα.
Τη μάγεψε με τα φιλιά του.
Έδωσαν όρκους αγάπης.
Ο έρωτας έκαιγε μέσα τους σαν ήλιος καλοκαιρινός.

Όμως...
Όταν ήρθε ο Μεγάλος Πόλεμος, ο Ζαν Ακαζού έφυγε.
Δεν ήξερε από όπλα και μάχη.
Στα λόγια μόνο ήταν δυνατός.
Ήταν ένας ψάρακας.
Το ΄σκασε στην Αφρική με ένα καράβι με χρυσά πανιά.

Η Έλινορ απ΄το παράθυρο του πύργου κοίταζε το καράβι που έφευγε.
Άδειασε το μπουκάλι με το διάφανο υγρό στη μπλε κούπα.
Το ήπιε λέγοντας το στερνό αντίο.
Με το υγρό της λησμονιάς ξεχνάς τα πάντα στη στιγμή και συνεχίζεις με χαμόγελο.
Η Έλινορ δε δίστασε πολύ.
Άλλωστε...
η μεγάλη μάγισσα μόνο σ΄αυτούς που παίρνουν αποφάσεις γρήγορα αφήνει να το πιούν.
Και τώρα η απόφαση ήταν εύκολη:
"Ο έρως ψάρια δεν κοιτά".